ΔΙΑΛΟΓΟΣ

ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ

(μέ βάση τίς δέες τους, πως προκύπτουν πό τα κείμενα)

Πότε να ργο θεωρεται κλασικό

          να ργο θεωρεται κλασικό, ταν μετά πό πολλά χρόνια δοκιμασίας χει ποδεχθε τι διαβάζεται κόμη μέ πολύ νδιαφέρον. λόγος εναι διότι χει ναγάγει τό «τόδε τί» σέ «κάθ΄λου», δηλαδή τό εδικό καί συγκεκριμένο σέ γενικό καί καθολικό. ταν π.χ. στά μέσα το 4ου αώνα π.Χ. Πλάτων θέλει νά περιγράψει ναν δικο συνάνθρωπό του, δέν τόν κατονομάζει, λλά γράφει τά ξς (Νόμοι, 649e): « δύσκολος ψυχή καί γρία ξ ς δικίαι μύριαι γίγνονται» , ταν τόν 17ο αώνα μ.Χ. Thomas Hobbes θέλει νά στηλιτεύσει τήν γριότητα τν νθρώπων, πού τόν κατέτρεξαν, δέν τούς κατονομάζει, λλά φιλοσοφε: «Homo homini lupus» (« νθρωπος γιά τόν νθρωπο εναι λύκος») καί διαπιστώνει τι πάρχει πάντοτε «bellum omnium contra omnes» («Πόλεμος πάντων κατά πάντων») (Leviathan, 1651), ντιγράφοντας σιωπηλά, σχεδόν κατά λέξη, τόν Πλάτωνα (Νόμοι, 625e): «πόλεμος εί πσιν διά βίου συνεχής στι πρός πάσας τάς πόλεις».

            Ὅταν Θουκυδίδης θέλει νά στηλιτεύσει τό φθόνο τν συγχρόνων του κατά το δίου, δέν τούς καταγγέλλει προσωπικά, λλά γενικεύει ρεμα : 2.45.1 : «φθόνος γάρ τος ζσι πρός τό ντίπαλον, τό δέ μή μποδών νταγωνίστ ενοί τετίμηται» (δηλαδή σέ μετάφραση το λευθερίου Βενιζέλου: «μεταξύ τν ζώντων πικρατε φθόνος πρός τούς ντιπάλους, ν κενοι πού δέν ποτελον μπόδιο διά τούς λλους, τιμνται πάντοτε δι΄ ενοίας, κατά τς ποίας κανείς δέν ντιτάσσεται»). Κι Σολωμός γιά τό διο θέμα, μέ φορμή τό θάνατο το Μάρκου Μπότσαρη, γράφει:

« δόξα δεξιά συντροφεύει

τόν ντρα πού τρέχει μέ κόπους

Τς φήμης τούς δύσβατους τόπους

Κι φθόνος το στέκει ζερβά

 μέ μάτια, μέ χείλη πικρά.

λλ’ , ποτ΄ μορα το γράψει

 τό δρόμο το κόσμου νά πάψει,

δόξα καθίζει μονάχη

 στήν πλάκα το τάφου λαμπρή

κι φθόνος λλο περπατε».

 

Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ

μεγάλος γγλος ποιητής Robert Browning (1812 – 1899), πού πρός τά τέλη το 19ου αώνα ξάφνιασε τούς πάντες, κόμη καί τόν σκαρ Οάϊλτ («Σάν φαινόμενο εναι μεγάλος. Δέν εναι μως λύμπιος θεός, γιατί χει τίς τέλειες το Τιτάνα») σ’ να πό τά «τιτανικά» του μακρά λυρικά ποιήματα μέ τίτλο «Ο περιπέτειες το Βαλαυστίονος» (1871), περιγράφει τίς δραματικές περιπλανήσεις καί τό «νόστο» μερικν θηναίων πού γλίτωσαν τά λατομεα στή Σικελία καί πέζησαν, γιατί ξεραν νά παγγέλουν καί νά διδάσκουν χορικά του Εριπίδη !

 

Τό «Βαλαύστιον» εναι (χαϊδευτικά) κορίτσι, πού ζησε πό κοντά μαζί μέ τούς στρατιτες τό μοναδικό σως ατό θρίαμβο τς ποίησης, ν τό ποίημα λόκληρο ποτελε μεταγραφή («transcript» τή λέει διος ποιητής) τς λκηστης το Εριπίδη – «διασκευή» «παράφραση», θά λέγαμε, χι «μετάφραση».

 

Ο Browning, πού χει ποστε βαθιά τήν πίδραση τν κλασικν, διαίτερα τν λλήνων, καί περισσότερο πό λους τν τραγικν, καί μάλιστα το Εριπίδη (πιρροή τς τότε Κλασικς Φιλολογίας στή Βρετανία καί, πάνω πό λους, το Jebb), χει ς motto στό ργο του ατό τό μοιοκατάληπτο τετράστιχο:

 

«Our Euripides, the human,

With his dropping of warm tears

And his touches of things common

Till they rose to touch the spheres ».

 

Φαίνεται σίγουρο πώς πηγή γί΄ ατή του τή σύνθεση στάθηκε συγκινητική πληροφορία το Πλουτάρχου (πού παναλαμβάνεται σχεδόν ατολεξεί στή βιογραφία το Εριπίδη πό τόν Σάτυρο, πού βρέθηκε σέ παπυρικό κείμενο) τι μερικοί θηναοι γλίτωσαν τήν αχμαλωσία, γιατί ξεραν νά παγγέλουν χορικά το Εριπίδη καί τούς κρυβαν γιά νά τούς πάρουν ς τομικά τους λάφυρα ο Σικελιτες πλίτες, καί λλοι γιατί, φο πέφυγαν τήν αχμαλωσία, μετά τήν τελική ττα, περιφέρονταν δώθε κείθε βγάζοντας τό ψωμί τους πό παγγελίες καί διδασκαλία ργων το Εριπίδη. λοι ατοί πού πέζησαν, ταν γύρισαν στήν πατρίδα, πισκέφτηκαν τόν γέροντα ποιητή (ταν λίγο πρίν φύγει γιά τήν Μακεδονία, που καί πέθανε) καί εγνώμονες τόν καταφιλοσαν καί τόν εχαριστοσαν, πού γινε ατία τς σωτηρίας τους.

 

Νά τί μς πληροφορε Πλούταρχος στόν Βίο το Νικία, 29.2-3 (ν καί πρόκειται γιά νδογλωσσική μετάφραση, δηλαδή γιά μετάφραση πό μία μορφή σέ λλη τς δίας γλώσσας, νιώθω σάν tradutore – prodittore) : «Μερικοί μάλιστα σώθηκαν χάρη στόν Εριπίδη. Γιατί, φαίνεται, ο Σικελιτες νοστάλγησαν τήν ποίησή του («πόθησαν ατο τήν μοσαν» λέει τό μετάφραστο πρωτότυπο) περισσότερο πό λους τούς κτός τς – κυρίως – λλάδας λληνες. Καί ποστηθίζοντας τά μικρά δείγματα καί τά «μεζεδάκια» ( «μικρά … γεύματα» στό πρωτότυπο), πού φερναν κάθε φορά μαζί τους ο πισκέπτες, τά δίδασκαν μέ πόλαυση στούς λλους («γαπητς μετεδίδοσαν λλήλοις»). Τότε λοιπόν, λένε, πολλοί πό ατούς, πού σώθηκαν καί γύρισαν πίσω στήν θήνα, σπάζονταν μέ εγνωμοσύνη τόν Εριπίδη καί το διηγονταν, λλοι τι εχαν λευθερωθε πό τή δουλεία, γιατί δίδασκαν τι θυμόντουσαν πό τά δικά του ργα, καί λλοι τι, περιπλανώμενοι μετά τήν (τελική) μάχη, κέρδιζαν τό φαγητό καί τό ποτό τους παγγέλοντας δικά του χορικά». 

 

Θά ποπειραθ τώρα μία πεζή πόδοση νός ποσπάσματος το ποιήματος το Browning, πού περιέχει τήν ποιητική κάρπωση τν παραπάνω πληροφοριν (φυσικά, δέν ξεχν τόν γνωστό φορισμό τι «ποίηση εναι τι χάνεται στή μετάφραση»).

 

«Νά διδάσκεις Εριπίδη στίς Συρακοσες. Κάθε τέτοιος καλότυχος νδρας βρισκε πρόθυμη νταμοιβή: ν κείτονταν αμορραγντας στό πεδίο τς μάχης, το δεναν τά τραύματα καί το ΄διναν ποτό καί φαΐ. ν ταν δολος στό σπίτι, πό σεβασμό, σηκώνονταν ρθιοι καί προσκυνοσαν ατόν πού ποδεικνυόταν φέντης τώρα, καί τόν φηναν νά φύγει λεύθερος, χάρις στόν Εριπίδη ! γινε κόμη καί τό ξς: πολλοί π΄ ατούς, επε, πιστρέφοντας στήν θήνα πγαν καί τόν βρκαν, τόν γέρο βάρδο, στό μοναχικό του σπίτι καί τόν εχαρίστησαν, πρίν πνε γιά θυσία».

 

Πλούταρχος ξάλλου, μς διασώζει να πιτάφιο πίγραμμα γιά τούς θηναίους πού πεσαν στή Σικελία, τό ποο (ντίθετα πό τούς κλασικούς φιλολόγους) δέν διστάζει νά ποδώσει στόν Εριπίδη:

 

«Οδε Συρακοσίους κτώ νίκας κράτησαν

νδρες, τ΄ν τά θεν ξ σου μφοτέροις».

 

Εναι μόνο κρίμα, σκέφτομαι, πού Θουκιδίδης, ν καί στό βδομό του βιβλίο φθάνει σέ ψη δραματικά (τόσο στε Λόρδος Macauley νά γράφει στό γιό του: «Σέ διαβεβαιώνω τι δέν πάρχει στόν κόσμο πεζό κείμενο, οτε καί Περί το στεφάνου [λόγος το Δημοσθένη], πού τό τοποθετ τόσο ψηλά, σάν τό βδομο βιβλίο το Θουκυδίδη. Εναι τό κρον ωτον [the ne plus ultra] τς νθρωπίνης τέχνης») καί διαίτερα μέ τό κεφάλαιο 84, που περιγράφει τήν σφαγή τν θηναίων στόν σσίναρο ποταμό, καθώς πιναν ματωμένο νερό, φθάνει σέ περβολή, πού μως δαιμόνιος κενος νώνυμος κριτικός τς λογοτεχνίας (Περί ψους, 38) τήν διακαιολογε, γιατί «ποιε πιστόν το πάθους περοχή καί περίστασις». Ατός λοιπόν παθιασμένος (γιά μία φορά) Θουκυδίδης δέν βρίσκει μία κουβέντα νά πε γιά τά πεισόδια ατά τά σχετικά μέ τούς αχμαλώτους καί τήν ποίηση το Εριπίδη.

 

 

 

 

 

  

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Αρέσει σε %d bloggers: